διαμηρίζω

διαμηρ-ίζω,
A femora diducere, inire, Ar.Av.669, Zeno Stoic.1.59.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμηρίζω — (Α) [μηρίζω] τής ανοίγω τα σκέλη, συνουσιάζομαι …   Dictionary of Greek

  • διαμηρίσαι — διαμηρίζω femora diducere aor inf act διαμηρίσαῑ , διαμηρίζω femora diducere aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμηριῶ — διαμηρίζω femora diducere fut ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμηρίζειν — διαμηρίζω femora diducere pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμηρίζοιμι — διαμηρίζω femora diducere pres opt act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμηρίζοιμ' — διαμηρίζοιμι , διαμηρίζω femora diducere pres opt act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.